επίκτητος

επίκτητος
I
Όνομα ιστορικών προσώπων.
1. Φιλόσοφος (Ιεράπολις, Φρυγία περ. 50 μ.Χ. – Νικόπολις, Ήπειρος 138 μ.Χ.). Μαζί με τον Σενέκα και τον Μάρκο Αυρήλιο, ο Ε. είναι ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της τρίτης σχολής του στωικισμού, του ρωμαϊκού στωικισμού της αυτοκρατορικής εποχής. Οι πληροφορίες για τη ζωή του είναι ελλιπείς. Φαίνεται ότι γεννήθηκε από γονείς δούλους. Την εποχή του Νέρωνα δίδασκε φιλοσοφία στη Ρώμη ως απελεύθερος και περιελήφθη στην απέλαση των φιλοσόφων την εποχή του Δομιτιανού (90 μ.Χ.). Τέλος, κατέφυγε στη Νικόπολη της Ηπείρου, όπου έζησε και δίδαξε πολλά χρόνια μέχρι τον θάνατό του. Ο Ε. δεν άφησε συγγράμματα, αλλά ο μαθητής του Φλάβιος Αρριανός έγραψε από σημειώσεις οκτώ βιβλία Διατριβών και Ομιλιών (σώζονται τέσσερα βιβλία) και το Εγχειρίδιο που διαδόθηκε ευρύτατα. Το τελευταίο είναι συλλογή διδαγμάτων που συνοψίζουν την επιστήμη του «βιούν» των στωικών.
Έχοντας περιορισμένη μόρφωση, ο Ε. ασχολήθηκε ελάχιστα με τη φυσική και θεολογική θεωρία, ωστόσο τον απασχόλησαν σε βάθος η φύση του ανθρώπου και τα προβλήματα συμπεριφοράς του. Βάση της διδασκαλίας του είναι η ανώτερη ιδέα για την ανθρώπινη φύση, την προικισμένη με νου και ψυχή, που την τοποθετεί πάνω από τους φυσικούς καθορισμούς και τη θεωρεί ελεύθερη και υπεύθυνη. Δηλαδή θεωρεί ότι το ουσιώδες είναι να διακρίνει ο άνθρωπος τα «επ’ αυτού», δηλαδή τη φαντασία, τις επιθυμίες, τις ορμές του κλπ., που βρίσκονται υπό τον έλεγχό του, από τα «αλλότρια», δηλαδή τα πλούτη, τη δόξα, την ασθένεια, τη ζωή, τον θάνατο, που δεν εξαρτώνται από τον ίδιο. Τα «αλλότρια» δεν τον αφορούν, γι’ αυτό ο άνθρωπος είναι ελεύθερος στον βαθμό που δεν δέχεται την επιρροή τους και συνεπώς δεν γίνεται υποκινούμενο ξένης δύναμης. Αντίθετα, τα «επ’ αυτού» κατευθύνονται «φύσει» από την κρίση του, που τον αναδεικνύει ελεύθερο ακόμα και απέναντι στον Δία, ο οποίος δεν ξεφεύγει από τον νόμο του νου, τον οποίο ο ίδιος έχει θέσει. Με τον απέριττο αλλά θαρραλέο και ειλικρινή λόγο του, με την υπομονή, την εγκαρτέρηση και την αυτοκυριαρχία του, παρά τις ταπεινώσεις και την αναπηρία του, την οποία απέκτησε ίσως από κακομεταχείριση την εποχή που ήταν δούλος, ο Ε. συνέβαλε στη μεγάλη επέκταση του στωικισμού κατά τους τρεις πρώτους αιώνες μ.Χ. Η επίδρασή του φαίνεται στο σύγγραμμα Εις εαυτόν του Μάρκου Αυρήλιου, ενώ χριστιανοί συγγραφείς, όπως ο Χρυσόστομος, ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, ο Ωριγένης, μιλούν με σεβασμό για τον Ε. και του αναγνωρίζουν ιδιαίτερα υψηλή θέση στη διαμόρφωση μιας ηθικής στάσης που προσεγγίζει μέχρι ένα ορισμένο σημείο τα χριστιανικά αιτήματα.
2. Αγγειογράφος αττικών αγγείων (τέλη 6ου αι. μ.Χ.). Ο Ε. συνεργάστηκε με διάφορους αγγειοπλάστες. Είναι γνωστά 30 ερυθρόμορφα ενυπόγραφα αγγεία του Ε. (κυρίως κύλικες), ενώ του έχουν αποδοθεί και άλλα περίπου πενήντα. Είναι χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της πρώτης περιόδου του αυστηρού ρυθμού: είχε ιδιαίτερη ικανότητα στις συνθέσεις και κατόρθωνε να εντάσσει σωστά τις μορφές στον χώρο· το σχέδιό του είναι καθαρό και απλό, χωρίς περιττές λεπτομέρειες. Τα θέματα που προτιμούσε περισσότερο ήταν σάτυροι, κομπαστές, αυλητές και νέοι· σπανιότερα εμφανίζονται στο έργο του μορφές θεοτήτων.
II
Άγιος της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Μαρτύρησε μαζί με άλλους, που υπολογίζονται σε τριακόσιους, στην Κύπρο.
Αυλητής και χορεύτρια από παράσταση στο εσωτερικό κύλικα, που αποτελεί έργο του Αττικού αγγειογράφου Επίκτητου. Χαρακτηριστικό της τέχνης του είναι η σοφή ένταξη των μορφών στον χώρο και η καλοζυγισμένη ισορροπία των συνθέσεών του (Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο).
* * *
-η, -ο (AM ἐπίκτητος, -ον) [κτώμαι]
1. αυτός που αποκτήθηκε επιπρόσθετα (α. «επίκτητη περιουσία» β. «ἐπίκτητος γῆ»)
2. εκείνος που αποκτήθηκε εκ τών υστέρων, που δεν είναι έμφυτος (α. «επίκτητο ελάττωμα» β. «επίκτητη ανοσία» γ. «ἐπίκτητος δόξα»).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ἐπίκτητος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπίκτητος — gained besides masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Επίκτητος — ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος από την Ιεράπολη της Φρυγίας (1ος 2ος αι.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • επίκτητος — η, ο επίρρ. α 1. που αποκτήθηκε ύστερα ή επιπρόσθετα: Επίκτητη περιουσία (που δεν κληρονομήθηκε). 2. που δεν είναι έμφυτος, που δεν είναι από γεννησιμιού: Επίκτητο ελάττωμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπικτήτως — ἐπίκτητος gained besides adverbial ἐπίκτητος gained besides masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπίκτητον — ἐπίκτητος gained besides masc/fem acc sg ἐπίκτητος gained besides neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐπικτήτοιο — Ἐπίκτητος masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικτήτοιο — ἐπίκτητος gained besides masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐπικτήτοις — Ἐπίκτητος masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικτήτοις — ἐπίκτητος gained besides masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”